Ρωτοῦσαν καὶ ξαναρωτοῦσαν. Στ’ ἀλήθεια ἤσουν τυφλός; Καὶ τώρα πῶς βλέπεις;
Τόσες φορὲς τὰ ἴδια πράγματα. Καλά, νὰ μὴν πιστεύουν τόσους ἄλλους, μὰ οὔτε καὶ τὰ μάτια τους; Ἂν ἡ καρδιὰ εἶναι τυφλή, τί νὰ σοῦ κάνουν τὰ μάτια τὰ ἀνοιχτά;
Ἦμουν τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Καθόμουν πότε ἀπὸ δῶ, πότε ἀπὸ κεῖ, καὶ ζητοῦσα ἐλεημοσύνη. Χρόνια τώρα, ἔτσι κάπως κατάφερα νὰ κουτσοζῶ. Θὲς ἀπὸ ἀγάπη, θὲς γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἔρθει καὶ αὐτῶν τέτοια συμφορά; Συχνὰ ἄκουγα κάποιο κέρμα νὰ πέφτει δίπλα μου. Μὲ κέρματα, ὅμως, δὲν ἀγοράζονταν οἱ λύσεις στὸ πρόβλημά μου. Ἤθελα ἀπεγνωσμένα νὰ δῶ τὸ φῶς.
Τὸ συγκλονιστικὸ νέο διαδόθηκε σὲ μία στιγμή, ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ τυφλὸς βλέπει! Ἔπεσε ὅλη ἡ πόλη πάνω μου.
Μέσα σὲ ἐλάχιστα λεπτά, εἶδα γιὰ πρώτη φορὰ τὰ πρόσωπα ὅλων, θαρρεῖς, τῶν Ἰουδαίων. Μὲ κοιτοῦσαν μὲ δέος, σὰν κι αὐτοὶ νὰ μὲ ἔβλεπαν πρώτη φορά.
— Εἶσαι στ’ ἀλήθεια ἐσύ;
— Μὰ πῶς;
— Ποιός;
— Ποῦ;
Ὁ Ἄγνωστος ἔφτυσε στὸ χῶμα. Ἔφτιαξε πηλὸ καὶ τὸν ἄπλωσε στὰ μάτια μου. Μὲ ἔστειλε στὴ στέρνα τοῦ Σιλωὰμ γιὰ νὰ νιφτῶ. Καὶ τώρα βλέπω. Ὅσο γιὰ Αὐτόν… ἐγὼ ποτέ μου δὲν Τὸν εἶδα.
Ἦταν ἡμέρα Σάββατο. Ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό. Ἡμέρα ποὺ ἀκόμα καὶ τὰ βήματά μας τὰ μετροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Γιατὶ ἔτσι, λένε, ὁ νόμος διατάζει. Καὶ ἀλίμονο ἂν κάποιος σ’ αὐτὸν δὲν ὑπακούει· θὰ ἔχει προδώσει τὸν Θεὸ καὶ σκληρὰ θὰ πρέπει νὰ πληρώσει. Ἀκόμα κι ἂν αὐτὸς ὁ ἀνυπάκουος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Μὲ τράβηξαν μπροστά τους νὰ ἀπολογηθῶ. Νὰ μαρτυρήσω τὸν ἔνοχο ἁμαρτωλό. Αὐτὸν ποὺ τόλμησε, ἡμέρα Σάββατο, νὰ κάνει τέτοια ἀσέβεια. Νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια ἑνὸς ἐκ γενετῆς τυφλοῦ.
Συνηθισμένος στὸν οἶκτο καὶ στὴ συμπάθεια, δὲν εἶχα φανταστεῖ ποτέ μου πὼς θὰ ἐρχόμουν ἀντιμέτωπος μὲ τέτοιο μανιασμένο παραλογισμό.
Τί εἶχαν πάθει; Τόσο πολὺ τοὺς πείραζε ποὺ ὁ Ἄγνωστος μοῦ χάρισε τὴν ὑγεία; «Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτε. Καὶ πολὺ περισσότερο ἕνα τέτοιο θαῦμα». Ἔτσι τοὺς ἀπαντοῦσα. Ξανὰ καὶ ξανά. Μέχρι νὰ καταλάβουν πὼς ὁ φθόνος τους γι’ Αὐτὸν τὸν Ἄγνωστο τοὺς εἶχε ὁλοκληρωτικὰ τυφλώσει.
Ἡ λύση βρέθηκε. Μὲ ἔδιωξαν κακήν κακῶς ἀπὸ τὴ συναγωγή.
Καθόλου δὲν μὲ πείραξε. Δὲν εἶχα προλάβει ἀκόμη νὰ παρατηρήσω πολλὰ βλέμματα ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὰ δικά τους ἦταν τρομακτικὰ ἄδεια, σκοτεινὰ καὶ κρύα. Τί νὰ μὲ διδάξουν αὐτοὶ γιὰ τὸν Θεό;
Αὐτοὺς μόνο λυπήθηκα. Φαινόταν πὼς μισοῦν παράφορα τὸν Ἄγνωστο αὐτὸν ποὺ ἔφερνε τὸ φῶς. Ἴσως γιατὶ τοὺς προκαλοῦσε μέγιστη ζημιά. Διέλυε τὸ σκοτάδι ποὺ τόσο εἶχαν πασχίσει νὰ ἀπλώσουν. Ἄνοιγε τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποὺ τόσο εἶχαν κουραστεῖ νὰ τὰ τυφλώσουν.
«Σὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» Ἡ φωνὴ τοῦ Ἀγνώστου. Τοῦ Φωτοδότη μου. Τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἔπεσα στὸ χῶμα καὶ Τὸν προσκύνησα. Εἶχε κρυφτεῖ ἐπίτηδες. Δὲν ἤθελε μὲ τὸ ζόρι νὰ μὲ κάνει δικό Του. Δὲν ἔψαχνε ὀπαδοὺς τυφλούς. Περίμενε νὰ δεῖ τί θὰ διαλέξω. Ὁ Χριστός. Τὸ Φῶς τὸ ἀληθινό. Μαζὶ Του καὶ κάποιοι μαθητές Του. Ἄνθρωποι ἁπλοί μοῦ φάνηκαν. Χωριάτες. Τυφλοὺς τοὺς ἔλεγαν οἱ τάχα γνωστικοί. Μὰ τὰ μάτια τους ἦταν ὁλοζώντανα καὶ φωτεινά.
Ὅσο ἤμουν τυφλός, πίστευα πὼς ὅλα τὰ μάτια, τὰ ἀνοιχτά, ἔτσι θὰ εἶναι. Ὁλοζώντανα καὶ φωτεινά. Καὶ πρῶτα αὐτὰ τῶν γνωστικῶν. Αὐτῶν ποὺ καμάρωναν πὼς ἤξεραν ἀπέξω τὴ Γραφὴ καὶ μὲ ἀλαζονεία ἔκαναν τοὺς δασκάλους. Τοὺς εἶδα, ὅμως. Καὶ κατάλαβα ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἂν ἡ καρδιὰ εἶναι τυφλή, τί νὰ σοῦ κάνουν τὰ μάτια τὰ ἀνοιχτά; Τὸ Φῶς τὸ ἀληθινὸ ποτέ δὲν θὰ τὸ δοῦν.
