Στέκομαι σὲ μιὰ ἄκρη μέσα στὸν ναό. Σιωπή. Μόνο τὰ κεριὰ τρεμοπαίζουν καὶ φωτίζουν ἀχνὰ τὴ μορφή Σου. Σὲ βλέπω… ἐκεῖ, στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ. Μὲ ἀπλωμένα τὰ χέρια Σου ἐπάνω στὸν Σταυρό, σὰν νὰ ἀγκαλιάζεις ὅλον τὸν κόσμο.
Κόσμος περνᾶ… περνᾶ… περνᾶ…
Μὲ εὐλάβεια Σοῦ προσφέρει λουλούδια, σκύβει, προσκυνᾶ τὰ ἄχραντα πόδια Σου. Ἄλλοι σιωπηλοί, ἄλλοι δακρυσμένοι, ἄλλοι βιαστικοί. Κ᾿ ἐγὼ στέκομαι. Σὲ κοιτῶ. Δὲν μπορῶ νὰ φύγω. Κάτι μέσα μου μὲ κρατᾶ ἐκεῖ, καρφωμένο μπροστά Σου.
Καὶ ὅσο Σὲ κοιτῶ, ὁ ναὸς χάνεται…
Ὁ χρόνος σβήνει…
Καὶ βρίσκομαι ἐκεῖ.
Κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό.
Ἡ σκιὰ του πέφτει βαριὰ πάνω στὴ γῆ καὶ στὴν καρδιά μου. Σὲ βλέπω νὰ στέκεσαι ἐπάνω του, πληγωμένος, αἱμόφυρτος, καὶ ὅμως γεμάτος ἀγάπη. Γιὰ ποιόν ἀνέβηκες, Κύριε, στὸν Σταυρό; Γιὰ ποιόν ἄνοιξες τὰ ἄχραντα χέρια Σου; Γιὰ ποιόν ὑπέφερες; Γιὰ ποιόν ἐσφάγης ὡς ἀμνὸς ἄκακος;
Καὶ ἡ ἀπάντηση ἔρχεται καὶ μὲ συγκλονίζει: γιὰ μένα, γιὰ κάθε ἄνθρωπο, γιὰ τὸν καθένα ποὺ Σὲ ξεχνᾶ, ποὺ Σὲ ἀγνοεῖ, ποὺ ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχεις. Ὅλα ὅσα ὑπέφερες, ὅλα ὅσα ἔπαθες, ἦταν γιὰ νὰ μὲ σώσεις· γιὰ νὰ μὲ βγάλεις ἀπὸ τὸν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὴ φθορά, καὶ νὰ μὲ φέρεις στὸ φῶς Σου.
Καὶ τότε τὴ βλέπω...
Στέκεται κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό Σου ἡ Μητέρα Σου. Σιωπηλὴ καὶ συντετριμμένη. Τὸ πρόσωπό της πλημμυρισμένο ἀπὸ πόνο, μὰ καὶ ἀπὸ μία ἀγάπη ποὺ δὲν χωρᾶ ἀνθρώπινος νοῦς. Τὰ μάτια της εἶναι καρφωμένα ἐπάνω Σου. Καὶ μέσα στὴ σιωπή, ἀκούγεται σὰν ψίθυρος ἡ φωνή της, σπαρακτική:
«Ποῦ πορεύῃ, Τέκνον μου;
Τίνος χάριν τὸν δρόμον τοῦτον τελεῖς;
Δὸς μοι λόγον, Υἱέ μου καὶ Θεέ μου…
Πῶς Σε βλέπω ἐπὶ ξύλου;
Πῶς δέχεσαι τὸν θάνατον, ὁ Δότης τῆς ζωῆς;
Ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς Σου;
Ποῦ ἡ δόξα Σου;
Πῶς ἐκρύβη ὑπὸ τὸ πάθος;»
Ἡ φωνή της μὲ διαπερνᾶ. Ὁ πόνος της γίνεται δικός μου. Δὲν ἀντέχω νὰ Σὲ βλέπω ἔτσι. Καὶ ὅμως… δὲν μπορῶ νὰ πάψω νὰ Σὲ κοιτῶ.
Καὶ τότε… μέσα στὴ βαριὰ σιωπή, δύο μορφὲς προβάλλουν διστακτικά. Δύο φιγούρες ποὺ τολμοῦν ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι σιωποῦν. Πλησιάζουν μὲ σεβασμό, μὲ καρδιὰ ποὺ τρέμει, καὶ ζητοῦν νὰ κατεβάσουν τὸ ἄχραντο Σῶμα Σου ἀπὸ τὸν Σταυρό.
Εἶναι ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Ἰωσήφ. Ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε ἔκρυβαν τὴν ἀγάπη τους, τώρα στέκονται θαρραλέοι μπροστὰ στὸν κόσμο. Μὲ εὐλάβεια καὶ δάκρυα Σὲ ἀγγίζουν· ὄχι πια ὡς Διδάσκαλο μόνο, ἀλλὰ ὡς Θησαυρὸ πληγωμένο. Σὲ κατεβάζουν ἀπαλά ἀπό τὸν Σταυρό, σὰν νὰ φοβοῦνται μήπως Σοῦ προκαλέσουν κι ἄλλο πόνο. Σὲ κρατοῦν στὰ χέρια τους, μὲ δέος καὶ σιωπή, καὶ Σὲ ὁδηγοῦν πρὸς τὸν τάφο. Καὶ καθὼς ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὸν Σταυρό, νιώθω πὼς κάτι ἀπὸ μέσα μου ξεριζώνεται… σὰν νὰ φεύγει μαζί Σου καὶ ἡ ἴδια μου ἡ καρδιά.
Ὅλα σιωποῦν.
Ἡ γῆ βυθίζεται σὲ πένθος.
Τρεῖς μέρες… βαριές, ἀτέλειωτες. Ἡ σιωπὴ τοῦ τάφου μὲ πνίγει. Σὲ ἀναζητῶ μέσα στὸ σκοτάδι: Ποῦ εἶσαι, Χριστέ μου; Μπορεῖ ὁ θάνατος νὰ Σὲ κρατήσει; Μπορεῖ τὸ σκοτάδι νὰ νικήσει τὸ Φῶς;
Καὶ τότε…
Ἡ αὐγή.
Τὸ πρῶτο φῶς σχίζει τὸ σκοτάδι. Τρέχω. Δὲν ἀντέχω νὰ μείνω μακριά Σου. Φτάνω στὸν τάφο. Ὁ λίθος ἔχει κυλήσει. Ὁ τάφος εἶναι ἄδειος. Καὶ τότε ἡ καρδιά μου συγκλονίζεται: Ἠγέρθης!
Τὸ σκοτάδι διαλύθηκε. Ὁ θάνατος συντρίφτηκε. Ἡ ζωή νίκησε! Φῶς πλημμυρίζει τὰ πάντα, δόξα καὶ μεγαλοπρέπεια ἀπλώνονται στὴν κτίση. Καὶ καταλαβαίνω: ὅλα τὰ ὑπέφερες γιὰ μένα… καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Γιὰ νὰ μὲ σώσεις. Γιὰ νὰ μοῦ χαρίσεις ζωὴ αἰώνια.
Καὶ ἐγώ… ἐγώ Σὲ λαχταρῶ.
Σὲ θέλω ζωντανὸ μέσα μου.
Σὲ θέλω Ἀναστημένο.
Σὲ θέλω Βασιλιά τῆς καρδιᾶς μου.
Ἡ ἀγάπη Σου μὲ σκλαβώνει. Καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μου ἀναβλύζει ἡ χαρμόσυνη ὁμολογία: Χριστὸς ἀνέστη! Ὄχι ὡς λόγος, ἀλλὰ ὡς ζωή· ὄχι ὡς ἀνάμνηση, ἀλλὰ ὡς ἐμπειρία ἑνώσεως. Καὶ ἡ καρδιὰ παρακαλεῖ: ἔρχου, Κύριε, καὶ κατοίκησον ἐν ἐμοί· γίνου φῶς καὶ ζωή μου, χαρὰ καὶ ἀνάστασίς μου. Μὴ μὲ ἀφήσῃς ποτέ νὰ χωρισθῶ ἀπὸ Σένα, ἀλλὰ δέσε με αἰωνίως μὲ τὴν παναγάπη Σου, ἵνα ζῶ ἐν Σοί, καὶ Σύ ἐν ἐμοί, καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.
